Θέλω πολλές φορές να μιλήσω για την τέχνη των άλλων, αλλά δεν το κάνω. Άλλοτε το κάνω και νιώθω πως το παρακάνω.
Δεν είναι εύκολο να εξηγήσω τι ακριβώς συμβαίνει, πόσο μάλλον το γιατί.
Πολλές φορές εξαντλούμαι στο να θαυμάζω την τέχνη και δεν έχω κίνητρο να την μοιραστώ.
Ίσως έχω ήδη εξαντλήσει το μοίρασμα και έχω κορεστεί ή και απογοητευτεί από την ανταπόκριση: Δεν μπορώ να μην θυμάμαι το Σύμπαν της Τέχνης.
Άλλες φορές σκέπτομαι πως ο καλλιτέχνης έχει μόνος του επιλέξει το εκφραστικό μέσο και τη μανιέρα του και τα λόγια ή οι επιδείξεις είναι όχι απλώς περιττά αλλά και επιζήμια, ακόμη και νοθεία.
Ίσως, σκέπτομαι, δεν πρέπει να μιλάμε καν για την τέχνη - τι είναι αυτό, μετατέχνη;- αλλά να παράγουμε εμείς οι ίδιοι τη δική μας, όσοι και όσο το μπορούμε.
Μετά, πως αυτό που θέλω να κάνω έχει ήδη γίνει, αυτό που θέλω να γίνει έχει ήδη συμβεί.
Πως όλα είναι μάταια και καλό θα ήταν να συνεχίσω να χορεύω στην περιβαλλοντική σάλα τον κοσμικό χορό συντονισμένος με τη μουσική της τύχης και της αναγκαιότητας, κατά τις επιταγές των γονιδίων. Πως όσο και αν νομίζουμε πως οδηγούμε τον χορό είμαστε απλώς σπέρματα γύρης σε κίνηση Brown σύμφωνα με προοπτική συμπαντικής κλίμακας.
Κάποτε, άλλα θέλω να πω και άλλα λέω. Άλλοτε γράφοντας σε άλλους γράφω εις εμαυτόν. Δεν γνωρίζω άλλωστε σε ποιούς μιλώ και εάν καταλαβαίνουν τι θέλω να πω. Πολλοί υποθέτω δεν γνωρίζουν καν Ελληνικά και αφού τους πέταξε σε αυτή τη γωνιά το λαγωνικό του διαδικτύου, θαυμάζουν απλώς τις εικόνες.
Αυτό ίσως είναι το καλύτερο. Ας θαυμάσουμε τις εικόνες. Του Ρώσου καλλιτέχνη Vladimir Kush.



