Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Πότε πέρασαν 19 χρόνια;



Θυμάμαι ήταν Δευτέρα στις 18 Μαρτίου του 1996, όταν έμαθα για τον θάνατο του Ποιητή. Πότε πέρασαν 19 χρόνια; Θυμάμαι ήταν απόγευμα και προετοίμαζα τα μαθήματα της επόμενης μέρας για τους μαθητές μου. Με αίσθημα απόλυτης πνευματικής ορφάνιας έψαχνα απεγνωσμένα για εισιτήριο να ανέβω από την Κρήτη στην Αθήνα. Ήθελα να ήμουν εκεί. Ήθελα να ακουμπήσω στο μνήμα του τα μαζεμένα με τόση Αγάπη κοχύλια από το Κρητικό Πέλαγος. Ήθελα να του πω, όλα όσα ένιωθα κάθε φορά που βυθιζόμουν στα γραφούμενά του. Δεν τα κατάφερα να πάω. Έμεινα όλη τη νυχτιά ξάγρυπνη, να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω τα υπογραμμισμένα αγαπημένα βιβλία του, με κεριά και αρωματικά έλαια αναμμένα νιώθοντας ότι τον κατευοδώνω με τον δικό μου τρόπο! Μέγας πνευματικός Έρωτας!

Ήμουν 12 ετών, όταν διάβασα για πρώτη φορά Ελύτη και συγκεκριμένα το "Άξιον Εστί. Η δόνηση ήταν τόσο ισχυρή, που κόλλησα! Όσο μεγάλωνα, διάβαζα και ξαναδιάβαζα όλο το ποιητικό του έργο, ένιωθα όλο και περισσότερο να με χαράζει ανεξίτηλα, ενώ ανακάλυπτα διαρκώς και κάτι νέο κρυμμένο μέσα στις μοναδικές λέξεις! Οι μεγάλες χαρές και λύπες μου ντύθηκαν με τους στίχους του. Μεγάλωσα και ζυμώθηκα με αυτούς. Έφτασα στο σημείο να είμαι εξαρτημένη από την Ποίησή του και να μην περνά μέρα χωρίς να διαβάσω έστω και κάποιο ποίημά του.

Γνωρίζω, πως ο Ελύτης της καρδιάς μου δεν θα πεθάνει ποτέ! Εξάλλου ο ίδιος ο Ποιητής είχε γράψει:
"ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα"

και...


"ό,τι σώσεις μες στην αστραπή καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει" 

 

 


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

“...Ώστε μεταχειρίζεται δύο ονόματα αυτός ο κύριος!”



Κοσμάς Πολίτης (1888-1974) 
(Στο φόντο το σπίτι του στο Ψυχικό, που σήμερα είναι δημαρχείο)
 

Η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ θυμάται το διάλογο που είχε με τον Παττακό, στην προσπάθειά της να πετύχει την αποφυλάκιση του Κοσμά Πολίτη:
-Και τι θέλεις και ήρθες;
-Κύριε Παττακέ, σήμερα το πρωί η αστυνομία του Ψυχικού συνέλαβε τον μεγαλύτερο Έλληνα πεζογράφο – που σίγουρα γνωρίζετε! – τον Κοσμά Πολίτη, γέροντα, καρδιακό, που την ημέρα του πραξικοπήματος…
-Της Επαναστάσεως (με διακόπτει με χτύπημα στο γραφείο με το χέρι).
Συνεχίζω:
-…βρήκε τη γυναίκα του νεκρή. Τώρα είναι θεομόναχος και άρρωστος. Κύριε Υπουργέ – πρώτη φορά τον προσφωνώ έτσι – αν δεν θέλετε να ξεσηκώσετε την παγκόσμιο γνώμη εναντίον σας για έναν συγγραφέα που θεωρείται και μελλοντικό Νόμπελ, πρέπει να διατάξετε να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Η καρδιά του κρέμεται από μια κλωστή. Αν πεθάνει θα θεωρηθείτε εσείς υπεύθυνοι για το θάνατό του. Για το καλό σας μιλώ.
Καινούριο χτύπημα του χεριού στο τραπέζι. Απευθύνεται στον υπασπιστή, τον κύριο Ντότσικα. “Πείτε σ’ αυτούς που τον πιάσαν πως δεν θέλω να ξεβρακώνουν τους γέρους. Τηλεφωνείστε αμέσως στο Ψυχικό για να μάθετε τους λόγους για τους οποίους κατηγορείται”.
Η απάντηση έρχεται αμέσως. Τους είναι άγνωστο το όνομα του Κοσμά Πολίτη. Αναπηδάω, ζητάω συγγνώμη, εγώ έπρεπε να το έχω σκεφθεί, το πραγματικό όνομα του συγγραφέα είναι Πάρις Τεβελούδης.
Παττακός: -Αχαχούχα, ώστε μεταχειρίζεται δύο ονόματα αυτός ο κύριος!
Εγώ: -Φυσικά, ο Πάρις Τεβελούδης ήταν Διευθυντής Τραπέζης, ο κοινωνικός του τίτλος δεν του επέτρεπε να είναι και συγγραφεύς. Έτσι πήρε το ψευδώνυμο Κοσμάς Πολίτης, που πολλοί διατείνονται πως το διάλεξε επίτηδες γιατί το έργο του είναι κοσμοπολίτικο.
-Ώστε έτσι; Κοσμοπολίτης; Και σένα πώς είπες πως σε λένε;
Είπα το όνομά μου κι από μέσα μου έτρεμα. Τώρα λέω θ’ αφήσουν τον Πολίτη και θα μπαγλαρώσουν εμένα.
-Άιντε, πήγαινε, η Επανάστασις σέβεται τους γερόντους, θα κάνουμε τα δέοντα. Και απευθυνόμενος στον υπασπιστή του: Κάνε ό,τι πρέπει.
(…)
Τον συνάντησα μπροστά στην πόρτα του περιβολιού τους. Ήρεμος, αλλά γερασμένος ξαφνικά, με κείνη την κρυφή ειρωνική του διάθεση πάντα, μου είπε χαμογελα, Απρίλης - Μάης 1987στά: “Μόνο εσύ μπορούσες να ρίξεις τη χούντα και να με ελευθερώσεις”. Σκωπτικά αυτό και λυπημένα όσο η ψυχή του: “Αλλά ποιαν έννοια έχει η προσωρινή ελευθερία ενός ατόμου όταν χάνεται η έννοια της ελευθερίας;”. Ξέρω από τότε πως την περίμενε κάθε μέρα και δεν αξιώθηκε να δει το πέσιμο της χούντας.
ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ (από κείμενό της στο περιοδικό "Η ΛΕΞΗ"( τ.63-64, Απρίλης - Μάης 1987)

Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του ’30.

"...Αγαπάτε αλλήλους; Ναι. Αγαπάτε τους εχθρούς υμών; Ναι, τέλος πάντων. Μα όχι τους εχθρούς του ανθρώπου, όχι τους εχθρούς της ανθρωπιάς… 
Μπορείς να ζήσεις δίχως να σ’ αγαπάνε, μα όχι δίχως ν’ αγαπάς. 
Λένε πως μια τζαμούζα την κουμαντάρεις δύσκολα. Μα ένα κοπάδι το κάνει ζάφτι κι ένα μικρό παιδί. Το ίδιο, λένε ακόμα, συμβαίνει και με τις ανθρώποι: ένα κοπάδι ανθρώποι – και όσο πιο μεγάλο τόσο πιο εύκολα – μπορεί να το πλανέψει και να το σέρνει πίσω του ο πρώτος μπαγαπόντης ή τρελός που θα βρεθεί. 
Η αγάπη του Θεού αρχίζει από την αγάπη του ανθρώπου. 
Αν υπάρχουν αφεντάδες, είναι γιατί υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει να ‘ναι δούλοι.  
Η αξιοπρέπεια, ο σεβασμός του εαυτού σου, είναι κι αυτό μια θετική ανθρώπινη ευτυχία..",
γράφει στο βιβλίο του “ΣΤΟΥ ΧΑΤΖΗΦΡΑΓΚΟΥ” 



"Μια εξίσωση αλγεβρική, μια διατύπωση κάποιου νόμου της μηχανικής, κάτι παρόμοιο τέλος πάντων που έχει σχέση με τη δημιουργική σκέψη, μας πλησιάζει πιο πολύ προς το Θεό παρά μια προσευχή όπως την εννοεί όλος ο κόσμος", λέει στην “ΕΚΑΤΗ”


Θυμάμαι, όταν το 1983 έδινα εξετάσεις στο Τουρκολίμανο για το δίπλωμα ιστιοπλοΐας του ΠΟΙΑΘ, την επιμονή μου για το παρθενικό ταξίδι με ιστιοφόρο στον Πόρο και την εμμονή μου να βρεθώ στο  "Λεμονοδάσος"...!
 

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

"Είμαι"

"Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει
σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια
μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη
κι ακολουθεί την αντανάκλαση ή το σώμα (το ίδιο κάνει)
του ομοίου του.


Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, αυτός που ξέρει
πως άλλη τιμωρία από τη λησμονιά δεν υπάρχει
ούτε κι άλλη συγγνώμη. Κάποιος θεός έδωσε
στο ανθρώπινο μίσος τούτη την παράξενη δικλείδα.
Είμαι κείνος που, μ' όλες τις φοβερές παραπλανήσεις του,
ποτέ δεν μπόρεσε ν' αποκρυπτογραφήσει τον απλό και μαζί πολλαπλό
αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου,
που ανήκει ταυτόχρονα σε έναν και σ' όλους.


Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας, εκείνος που στον πόλεμο
δεν έπιασε σπαθί. Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα."



Jorge Luis Borges

από τη συλλογή "Το σκοτεινό τριαντάφυλλο", τόμος:"Ποιήματα", μετάφραση  Δημήτρης Καλοκύρης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006



Και συνειρμικά, ανακαλώ τη φωνή του Χρήστου Θηβαίου να τραγουδά το:


...Ούτε η εκδίκηση ούτε η συγνώμη
βρήκανε μέσα μου κάποια γωνιά.
Η λησμονιά είναι η μόνη συγνώμη
και η μόνη εκδίκηση η λησμονιά...

από το "Περικοπές ενός απόκρυφου Ευαγγελίου"