Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Δέκα άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.



Προδημοσίευση της ανέκδοτης συλλογής "Το Υπερώον" στο ΑΠΕ από την ATHENS voice: 

Η ανέκδοτη συλλογή ποιημάτων του Γιάννη Ρίτσου με τίτλο "Το Υπερώον" προδημοσιεύεται από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Η συλλογή, η οποία θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο από τον εκδοτικό οίκο" Κέδρος", περιλαμβάνει 72 ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιητικά, στο πολυτονικό σύστημα, που γράφτηκαν το 1985.

Όπως σημειώνει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, στο "Υπερώον" ο ποιητής της Ρωμιοσύνης μετεξελίσσεται σε ποιητή της εσωτερικότητας, παρατηρώντας τα συμβάντα του καθημερινού βίου , διαλεγόμενος με το αίνιγμα, το μυστήριο, το χρόνο, τα πρόσωπα, τα προσωπεία, τη φθορά, τον έρωτα, το θάνατο.
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά Λακωνίας και πέθανε στις 11 Νοεμβρίου του 1990 στην Αθήνα.



ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες , / για σιωπηλά εφόδια,/ για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες/ όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ΄ το παράθυρο,/ όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο/ λαθραία υφάσματα,/ όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη ,με ριγέ πιτζάμες,/ κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,/ κι η θάλασσα μας πλησιάζει/ όλους ανεξαιρέτως/ διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.


Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ
Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια./ Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε./ Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε./ Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα./ Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου/ μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι/ στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,/ φορώντας τις λευκές σου μπότες.


ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ
Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες/ διαδοχικές αναιρέσεις , σφαλερές διαισθήσεις./ Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο./ Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο/ πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. / Η νύχτα/ διαστέλλονταν πάνω απ΄ την πόλη./ Κι εσύ/ απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,/ έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.


ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ
Πίσω απ΄ τη μάντρα ,σπασμένα γυαλιά,/ σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,/ τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες, / πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους/ ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,/ σαν άστρο παραμελημένο,/ έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα./ Μαζί κι εγώ.


ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ
Πριν από εσένα ήσουν εσύ;/ Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας./ Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα/ τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι/ μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι/ πέταξα το ποτήρι απ΄ το παράθυρο./ Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».


ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ
Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,/ τα΄ δες απ΄ την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα/ και μέσα στα παπούτσια σου. / Καλύτερα λοιπόν/ να περπατάς ξυπόλητος/ μη σ΄ ακούσουν.


ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ
Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν./ Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο./ Έσπασε το θερμόμετρο,/ ο υδράργυρος σκόρπισε./ Σαν φτάσαμε στα σύνορα/ μας σταμάτησαν./ Τα ψεύτικα διαβατήρια / ήταν έγκυρα./ Εμείς δεν περάσαμε.


ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ
Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος./ Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της / λάμπουν ωραία. Όμως , προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου/ να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.


ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ
Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,/ κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία./ Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,/ ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,/ τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία-/ μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους, / πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε- είπε- /αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη, / η προδοτική.


Τ΄ ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ
Ετούτα τ΄ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι/ λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει/ από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας/ δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες/ καταδύσεις τ΄ ανέβασες. Με τι / στερήσεις κι αρνήσεις τ΄ απέσπασες/ από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι΄ αυτό/ λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια/ ν΄ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ/ να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.



Εν αναμονή, λοιπόν, της νέας συλλογής του αγαπημένου ποιητή!

1 σχόλιο: