Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

«Είσαι Καραγκιόζης ρε, το ξέρεις ότι είσαι Καραγκιόζης;»



Μια συνηθισμένη πλέον φράση πολυχρησιμοποιημένη και πολυακουσμένη ειδικά σε δημόσιους διαπληκτισμούς. Και με θλίβει, η λέξη «καραγκιόζης» να ταυτίζεται πλέον μόνο με αρνητικές, περιφρονητικές και υποτιμητικές έννοιες… Λες και ζούμε στα μέσα του 19ου αιώνα, τότε που η παράσταση του Καραγκιόζη, αυτού του πάμφτωχου, ξυπόλητου, πολυμήχανου, πονηρού πρωταγωνιστή και λαϊκού ήρωα, ήταν αταίριαστη με κάθε εξευρωπαϊσμένο κοινό!   


Άλλη μια αγάπη μου, είναι ο Καραγκιόζης. Σαν παιδί, δεν είδα πολλές παραστάσεις του. Τον Καραγκιόζη τον συμπάθησα μέσα από τα εικονογραφημένα κλασικά της εποχής μου, αργότερα τον αγάπησα σαν φοιτήτρια, όταν άρχισα να ανακαλύπτω κρυμμένες βελονιές στο υφάδι του απλοϊκού του λόγου, τον αγάπησα κι άλλο στα Πανεπιστήμια και μεταπτυχιακά, όταν έψαχνα τα βαθιά κονωνικοπολιτιστικά-πολιτικά του μηνύματα, μα πιο έντονα τον αγάπησα όταν χρειάστηκε να τον διδάξω στους φοιτητές μου.
Ένα δωμάτιο του σπιτιού μου έχει θέμα τον Καραγκιόζη και οι παλιές πολυπαιγμένες φιγούρες ενός παραδοσιακού Καραγκιοζοπαίχτη που βγήκε στη σύνταξη, κοσμούν τους τοίχους του.




Κάποτε, υπήρξε το δημοφιλέστερο λαϊκό θέαμα με τον περίφημο μπερντέ να στήνεται παντού, όπου μιλιόταν τα ελληνικά, δημιουργώντας μια παράδοση που επέζησε ως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. 
Άραγε ήταν αρχαίος ο Καραγκιόζης; Ή βυζαντινός; ή ανατολίτης; Πάντως με τίποτα δυτικόφερτος. Σε αυτό συμφωνούσαν όλοι, σχεδόν όλοι, γιατί ο Τσαρούχης μίλησε όπως πάντα λέγοντας την αλήθεια, υποστηρίζοντας “πως ο Καραγκιόζης έρχεται και από ανατολικά και από δυτικά». Ωστόσο, το 2010 η UNESCO έδωσε την τουρκική υπηκοότητα στο Καραγκιόζη, χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση της Ελλάδος, παρά μόνο μία επιφύλαξη που διατύπωσε η διευθύντρια του Νεότερου Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού κυρία Τέτη Χατζηνικολάου, ότι «ο Καραγκιόζης αποτελεί άυλη φιγούρα της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας».




Σε μια συνέντευξή του ο Ευγένιος Σπαθάρης (εφημερίδα "Ακρόπολη"  23/7/1978), ο εξαιρετικός καραγκιοζοπαίχτης, λέει στην ερώτηση που του έγινε:

«Πόσο Τούρκος είναι τελικά ο Καραγκιόζης μας, με το τούρκικο όνομά του"

-«Θα σας απαντήσω μ’ ένα περιστατικό που συνέβη πριν πολλά χρόνια. Ήταν στα 1959, στο Φεστιβάλ θεάτρου των Εθνών, στο Παρίσι, όπου πήγα προσκεκλημένος από τους Γάλλους, παρά τις αντιρρήσεις του Έλληνα εκεί τότε πρέσβη για το «τούρκικο θέαμα» που θα παρουσίαζα σαν ελληνικό.Μαζεμένοι ήμαστε όλοι σε μια πρες - κόνφερανς εκπρόσωποι από τα θέατρα όλου του κόσμου, πλήθος δημοσιογράφοι, ακόλουθοι πρεσβειών και άλλοι πολλοί.--«Το Θέατρο Σκιών είναι τούρκικο και όχι δικό σας», μου επετέθη ξαφνικά μπροστά σ’ όλους ο Τούρκος εκπρόσωπος.-- Δεν πρόκειται να σας πω στην αρχή πως είναι δικό μας, του απάντησα. Μα θα ρωτήσω πώς είναι δικό σας; Πώς είναι δικό σας την στιγμή που το Κοράνι σας απαγορεύει τέτοια θεάματα. Πώς είναι δικό σας όταν ζει στην Ιάβα 750 χρόνια, στην Ταϋλάνδη και στις Ινδίες 600 και 1.250 στην Κίνα κι’ εσείς το έχετε —λέτε— 200 χρόνια; Πώς είναι δικό σας όταν στα Ελευσίνια Μυστήρια οι αρχαίοι Έλληνες έπαιζαν πίσω από μπερντέ μ’ αναμμένες δάδες για να φαίνονται οι σκιές τους; Πώς είναι δικό σας όταν από την Κίνα σας έφερε το θέατρο Σκιών ένας Έλληνας ταξιδευτής, ο Γιάννης ο Μαυρομμάτης (Καραγκιόζης = Μαυρομμάτης) που έχετε κιόλας θάψει στην Προύσσα, στα Μπάνια κοντά, κάτω από κάτι κυπαρίσσια; Το Θέατρο Σκιών δεν είναι ούτε δικό σας ούτε δικό μας, Οι ρίζες του χάνονται στο παρελθόν. Πώς έμεινε το Θέατρο Σκιών στην Τουρκία, αφού το απαγόρευε το Κοράνι; Υιοθετήθηκε με τις βωμολοχίες του για τις ορέξεις των Σουλτάνων στον οντά. Δεν ήταν για τον κόσμο. Μετά τον θάνατο του Μαυρομμάτη - Καραγκιόζη, στα 1860 ο μπάρμπα Γιάννης Μπρόχαλης το έφερε στην Ελλάδα.Αλλά και πάλι ήταν Καραγκιόζης μόνο για άντρες. Όπως είπα, οι παλιότεροι προσπάθησαν να τον απαλλάξουν από τα χοντρά αστεία. Κι’ ακόμα αργότερα από το κακό όνομα, που είχε λόγω της ανήθικης ζωής ορισμένων «καραγκιοζοπαιχτών».Ήταν μια εποχή, εκείνη τού πατέρα μου και των συγχρόνων του, που οι τεχνίτες τού Καραγκιόζη δεν έπαιζαν μόνο για το μεροκάματο, αλλά από αγάπη και μεράκι. Κι’ ο κόσμος δεν είχε άλλη διασκέδαση. Και πήγαινε και παθιαζότανε με το θέαμα και γελούσε."  


Σωτήρης Σπαθάρης, πατέρας του Ευγένιου Σπαθάρη. Τα Απομνημονεύματά του - Αυτοβιογραφία και η τέχνη του Καραγκιόζη - κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις 'Αγρα. Το κείμενο αυτό θεωρήθηκε από τον 'Αγγελο Σικελιανό "μνημείο λόγου", στη σειρά των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη.  






 

                                      Σωτήρης και Ευγένιος Σπαθάρης μαζί πίσω από το μπερντέ.




Αφηγείται ο σπουδαίος καραγκιοζοπαίχτης Σπαθάρης:

«Το 1929 γνώρισα στην Κηφισιά ένα πολύ χαρούμενο παλληκάρι, που του άρεσε η τέχνη μου κι' ερχότανε ταχτικά στον Πλάτανο, που έπαιζα. Μού ‘βγαζε φωτογραφίες με τις φιγούρες του Καραγκιόζη και μου έκανε κι' ένα πίνακα οπού είμαι εγώ και κάθομαι κι' έχω μπροστά μου όλο το θίασό μου. Έκανε μεγάλη προπαγάνδα του Καραγκιόζη και τον χειμώνα μ' έπαιρνε κι' έπαιζα σε αθηναϊκά σπίτια. Πριν αρχίσει η παράσταση έκανε μια ομιλία για την τέχνη του Καραγκιόζη. Πολλές φορές το παλληκάρι βοήθαγε κι' αυτό να πάνε τα εργαλεία από το ένα σπίτι στο άλλο. Έτσι μεγάλωσε η δουλειά του Καραγκιόζη... Αυτό το παιδιάστικο μυαλό, που πρόβλεψε όλη τη δόξα της τέχνης μας είναι ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης» (Σωτήρης Σπαθάρης, Αυτοβιογραφία) 


Το Θέατρο των Σκιών του Ευγένιου Σπαθάρη, έργο του Γιάννη Τσαρούχη (1949) 







"Ρεκλάμες" για παραστάσεις του Καραγκιόζη, ζωγραφισμένες από τον Σωτήρη Σπαθάρη. 







Πολλοί και αξιόλογοι οι Καραγκιοζοπαίχτες στην Ελλάδα (θυμάμαι να περνώ ατέλειωτες ώρες χωμένη στα παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι ψάχνοντας φωτογραφίες παλιών καραγκιοζοπαιχτών).
Ο Γιάννης Τσαρούχης στο βιβλίο του, «Αγαθόν το Εξομολογείσθαι» περιγράφει:
«Καλοκαίρι στον Πειραιά. {..} Ήταν η φωνή του καραγκιοζοπαίχτη, μέσα στη νύχτα που αμυδρά φώτιζε η ασετιλίνη του μπερντέ. Παγίδα αναπόφευκτη για τις αγνές παιδικές φαντασίες. Μέσα σ’ αυτή τη δυνατή φωνή, όλο το μέλλον του οργανισμού τους. Ο Χαρίδημος εκεί κάπου στην Φρεαττύδα και ο μεγαλοπρεπής Δεδούσαρος απέναντι στον Όμιλο των Ερετών, κοντά στο αξιοθαύμαστο σπίτι του Στρίγκου.
Οι ρεκλάμες του Δεδούσαρου πάνω στο φτηνό χαρτί του μέτρου, υπόλευκο σαν τον κάμπο των λευκών ληκύθων, ζωγραφισμένες με ώχρα, φούμο, χοντροκόκκινο κι άσπρο (με τα χρώματα που αργότερα θα μάθαινα στα αρχαιολογικά βιβλία πως τα λένε Πολυγνώτια), εκφράζανε με σχήματα και συνδυασμούς χρωμάτων το μεγαλείο της φωνής, που κάνει αισθητή τη βροντή της αυτοσυγκέντρωσης. Ελληνικά πράγματα, ρωμαϊκά, αναγγέλλανε κάθε μέρα, νυχτερινές τελετές του λόγου και της φωνής».


 Και στο ίδιο βιβλίο του, εξομολογείται:

«Η πρώτη εντύπωση που είχα απ’ τον Καραγκιόζη, όταν ήμουν ένα μικρό παιδάκι δειλό, υποχρεωτικά ντυμένο με τις κολαρίνες, τα πανταλόνια ως τα γόνατα, και τα μποτάκια με τα κουμπιά, ήταν μια εντύπωση ενός φυσικού μεγαλείου, ενός μεγαλείου γεμάτου μυστήριο, όπως είναι ο λόγος ο ανθρώπινος.
Μοιραία λέξη, που μ’ αυτήν τόσοι ματαιόσπουδοι Έλληνες εννοούν τις αφόρητες σάχλες της«Λογοτεχνίας». Ο καραγκιόζης, ήδη από κείνη την εποχή που δεν ήξερα τίποτα, με γέμιζε με κείνο το αίσθημα της πληρότητας στην περιοχή της ανθρώπινης φωνής, που αργότερα θα μου έδινε η ανατολίτικη ζωγραφική με τα καθαρά χρώματά της, όπως κάθε μεγάλη τέχνη, με βαθιά πίστη και γι’ αυτό με ασήμαντα μέσα. Από κείνη την ηλικία, διαισθανόμουν πως η λεπτότητα πρέπει να συνυπάρχει με κάτι πολύ πρωτόγονο κι απλό, για να είναι αληθινή λεπτότητα, δηλαδή οξύτητα κι όχι αδυναμία. Αργότερα, έμπλεξα μοιραία, με τους κύκλους των διανοουμένων, σωστή όαση για ένα νέο της αστικής τάξης που τον είχαν ζαλίσει οι σοφές συμβουλές των γονέων, θείων και φίλων της οικογένειας. Συμβουλές για μια μόνιμη θέση, ή δίπλωμα, ή μέλλον, για το «μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει». Συμβουλές ευϋπόληπτων, που, κατά σύμπτωση, πέθαναν σχεδόν όλοι φτωχεμένοι, εγκαταλελειμμένοι σε άθλια νοσοκομεία.
Όλοι αυτοί οι διανοούμενοι με τις ρηξικέλευθες επαναστάσεις τους, ουσιαστικά ήθελαν ν’ αντικαταστήσουν το βαρύ ζυγό της ζωής μ’ ένα ελαφρύ. Μέχρι σήμερα τους υποψιάζομαι. Οι επαναστάσεις που δίδασκαν ήταν διευκολύνσεις. Η φωνή του μεγαλοπρεπούς Δεδούσαρου μέσα στη νύχτα, φωνή του Πανός και των Σατύρων, του Διός και του Αριστοφάνη, ερχόταν σ’ όλη μου τη ζωή, σαν ένας έλεγχος θείου δαιμονίου, που με υποχρέωνε να περιφρονώ με νεανική σκληρότητα κάθε τι το «φιλολογικό», το «πολιτισμένο», το «καλλιτεχνικό». Στον Καραγκιόζη οφείλω, όσο και σε μερικά άλλα πράγματα, Ελληνικά, αυτή την κυνική σκληρότητα, το οργιώδες πάθος για την απόλυτη ηθική, όπως την εννοούσαν οι Αρχαίοι»

Στην ιστορική έκθεση που έστησε ο πρωτοποριακός αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης, για λογαριασμό του Συλλόγου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, στην αίθουσα Στρατηγοπούλου το 1938, είχε ανάμεσα στα εκθέματά της: «Έκθεση έργων λαϊκών ζωγράφων Θεόφιλου Χατζημιχαήλ και Σωτηρίου Χρηστίδη. Επίσης διαφημίσεις του καραγκιόζη και λαϊκά παιχνίδια.» 



έργο του Νίκου Εγγονόπουλου

Δύο διαχρονικά αντιθετικοί κόσμοι πάνω στον δισδιάστατο μπερντέ: τα πλούσια σαράγια δεξιά(εξουσία) και η ετοιμόρροπη καλύβα αριστερά(λαός)… Ανάμεσά τους ο υπαίθριος, κενός και κοινός χώρος δράσης, που γεμίζει πρώτα από τον χαρακτηριστικό ήχο και μετά από την εμφάνιση της αντίστοιχης εικόνας-φιγούρας. Το βάθος περισσότερο το φανταζόμαστε, όπως και στις βυζαντινές εικονογραφίες. Αυτή η έλλειψη προοπτικής «ηχεί» όπως τα τόσα υπονοούμενα που ποτέ δεν θα ειπωθούν επί σκηνής...
Ο Καραγκιόζης αφουγκράζεται τα γεγονότα και εκφράζει το αίσθημα του λαού περνώντας με ανατρεπτικό, συμβολικό τρόπο τα μηνύματα του Ελληνισμού. Αιώνια πεινασμένος βγάζει ανακουφιστικό, Αριστοφανικό γέλιο, και πλέον δε πεινάει μόνο για μακαρονάδες σ’ αυτό το σύγχρονο …θέατρο σκιών.
[Αυτά γενικά για τον Καραγκιόζη. Το θέμα αυτό σηκώνει πολλές αναρτήσεις ακόμα, εν ευθέτω χρόνω: χαρακτήρες, τεχνικές, Μουσείο Καραγκιόζη κ.λπ. Νομίζω και ο Κωνσταντίνος έχει υλικό.]