Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Ποίηση

Όλοι εκτιμούμε την "υψηλή ποίηση", ακόμη και εκείνη που βαριόμαστε να την διαβάζουμε. Άλλωστε είναι "υψηλή" και μας διαβεβαιώνουν οι κριτικοί και τα βραβεία γιαυτή.

Υπάρχει και μια άλλη μορφή ποίησης η οποία μπορεί να ασχολείται με μεγάλες ιδέες και να λέει μεγάλες αλήθειες (ή μεγάλα ψέμματα, το ίδιο κάνει), χρησιμοποιώντας περισσότερο παραδοσιακά εκφραστικά μέσα, στο μεταίχμιο της δημοτικής ποίησης, του λαϊκού τραγουδιού, της μαντινάδας και της ημερολογιακής ρίμας. Το αποτέλεσμα πολλές φορές είναι αξιοθαύμαστο.

Και όπως μου είπε κάποτε ο λόγιος του Πειραιά, αείμνηστος Δαμιανός Στρουμπούλης, "οι ήσσονες ποιητές είναι η ποίηση" ή κάπως έτσι.


Να ένα ποίημα, αγνώστου ποιητή, το οποίο μου διηγήθηκε με συγκίνηση προχθές μία ασθενής. Της το είπε ο ΕΛΑΣίτης πεθερός της προ δεκαετιών και το αποστήθισε. 

"Η συννεφιά κι η ξαστεριά, κόρες του Ρήγα-Χρόνου,
προχτές συναπαντήθηκαν σ’ ένα σκαλί του Θρόνου.

Η πρώτη, κλαψοπρόσωπη, στρέφει και λέει του Ρήγα:
Γιατί πατέρα μου, γιατί, εγώ όπου κι αν πήγα, 
από τις ρούγες τις πλατιές, ως τα στενά σοκάκια
όλοι με κακοδέχονται με πίκρα και με κάκια,
ενώ την αδερφή μου εδώ, την πολυπαινεμένη,
όλοι την καλοδέχονται, παντού όπου κι αν πηγαίνει.

Κι ο Ρήγας είπε: Κόρες μου, η μια την άλλη δέτε,
καθένας από λόγου του, μισιέται κι αγαπιέται."

Το ποίημα που εγώ αποστήθισα και μέσα μου το λέγω, αποδίδεται στον Αλέκο Φωτιάδη και το συνάντησα στο βιβλίο «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Α΄ Γυμνασίου» ΟΕΔΒ 1976 ( αν και είμαι σίγουρος που πρώτη φορά ήταν στο αναγνωστικό της Δ΄ Δημοτικού ή κάπου εκεί).

"Τον αετό τον έκλεισαν μέσα σ’ ένα  κοτέτσι .
Κι ο κόκορας τον ρώτησε:  
« Γιατί πικραίνεσ’ έτσι,
που  τα ’χεις όλα τώρα;
Και το νερό στον τόπο του, και το φαϊ στην ώρα,
και στα κατσάβραχα δεν πας , 
όπου μπορεί στο τέλος
μες στα καλά καθούμενα να φας κανένα βέλος.

Για πες μου τί σου λείπει
κι όλο σε δέρνει η λύπη
και την καρδούλα σου χαλάς;»

Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε: «Σαν κόκορας μιλάς»."

Τα γυμνασιακά μου χρόνια φώτισε ένας στίχος που είδα να αποδίδεται στον Σεφέρη, αλλά όλοι στην Ιωνίδειο Σχολή Πειραιά γνωρίζαμε πως σχεδιάστηκε από τον υιό του καθηγητή μας της Μουσικής Αποστόλου Ζυγούρη, ο οποίος και το μελοποίησε έξοχα. Αλλά ποιός το έγραψε δεν έχει σημασία, φθάνει που γράφτηκε.

"Κάπου η σιωπή χωρίς να πει τίποτα πολλά λέει,όπως κάποτε το γέλιο φαίνεται οτι είναι γέλιο κι όμως κλαίει..."


Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Στις "μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες"...


...στο σημερινό παιχνίδι κρυμμένου θησαυρού και στην ομάδα μου!

"Το σκάκι"
Ασθενικός βασιλιάς, λοξός αξιωματικός,
φρενιασμένη βασίλισσα, πύργος ευθύς,
πολυμήχανος στρατιώτης
απάνω στην ασπρόμαυρη πορεία
ψάχνει ο ένας τον άλλο και συγκρούονται σ’ επίμονη μάχη.


Δεν ξέρουν πως το σίγουρο χέρι
του παίχτη τους ρυθμίζει τη μοίρα,
δεν ξέρουν πως μια τρομαχτική νομοτέλεια
ελέγχει τις αποφάσεις και τη διαδρομή τους.

 
Αλλά κι ο ίδιος ο παίχτης είναι αιχμάλωτος
(η έκφραση είναι του Ομάρ) μιας άλλης σκακιέρας
με μαύρες νύχτες και άσπρες μέρες.

 
Ο Θεός κινάει τον παίχτη κι ο παίχτης τα πιόνια.
Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από το Θεό, κινάει το νήμα
της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;


Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

"ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΚΑΡΔΙΑΣ"



Μια κουβέντα που είχα σήμερα, μου θύμισε το παρακάτω κείμενο, το οποίο είχαμε ανεβάσει και στο πρωταρχικό Σύμπαν της Τέχνης. Είχε πρωτοδημοσιευθεί σε ένα παλιό τεύχος περιοδικού στο, οποίο ήμουν συνδρομήτρια. 
Πραγματικά το βρίσκω Υ Π Ε Ρ Ο Χ Ο!!!
 
Μέσα σ’ όλα να’ τανε κι ένα υπουργείο καρδιάς,  
αρμόδιο για όλα τα ψυχικά μας στραπάτσα. 
Και σ’ αυτό να υπαγόταν το υφυπουργείο μοναξιάς και εγκατάλειψης,  
το υφυπουργείο μεταναστευμένων ονείρων,  
το υφυπουργείο τρυφερότητας – υπεύθυνο για την αυτόματη αναπροσαρμογή 
τρυφερότητας, ανάλογα με τον δείχτη αύξησης βίας -,  
το υφυπουργείο μεταφορών ελπίδων και άλλα. 
 
Να δεις τότε συνωστισμό και αδιαχώρητο στους διαδρόμους του.  

Να δεις τότε εκεί απροσδόκητες νοικοκυρές, χορτασμένους διπλωμάτες,  
ευτυχισμένες ως τα τώρα φαμίλιες και όλους όσους μοιάζανε 
να έχουν εξ ορισμού εξασφαλισμένη ευτυχία και ήσυχο ύπνο,  
πιστούς άλλοτε θαμώνες των υπουργείων Εθνικής Οικονομίας, Άμυνας, Τεχνολογίας,  
να δεις να καταδέχονται να συνωστίζονται όλοι νυχθημερόν, 
μαζί με φανταράκια, πόρνες, ποιητές, κατάδικους σε ισόβια μοναξιά,  
περιθωριακούς, νικημένους,  
μ’ όλα τα «αποβράσματα» της νοικοκυρεμένης κοινωνικής σαχλαμάρας, για μια αίτηση βοήθειας. 
 
Και να΄ναι υπουργός κάποιος που δεν ντρέπεται να κλαίει  

και να ‘χει στους τοίχους του γραφείου του κρεμασμένες –αντί για πρωθυπουργούς,  
ήρωες πολέμων και εβδομαδιαίες αγίων-  
φωτογραφίες παλικαριών που αυτοκτόνησαν στις σκοπιές τους,  
κοριτσιών που δεν τα νοστάλγησε κανείς,  
μανάδες που χτυπούν με λύσσα τα παιδιά τους  
για να επικρατήσουν στο βαλτωμένο τίποτα του γάμου τους, 
παιδιών δεκαοχτώ καρατιών που τρέχουν με διακόσα φουλ δραπέτες της μοναξιάς  
και του άλλου που σπάει το φαρμακείο  
και κάνει θρύψαλα τη γυάλινη σκληράδα του πνιγηρού καθωσπρεπισμού. 
 
Και να ’χει σύνθημα γραμμένο παντού «Εδώ και τώρα της καρδιάς ήρθε η ώρα».  

Και να δίνεται πάντα προτεραιότητα στους σιωπηλούς και μόνους  
και να θεσπιστεί σύνταξη ευτυχίας «λόγω συσσωρευμένου πνιγμένου κλάματος». 
 
Στο δε Τμήμα Αυτοκτονιών να ακούγονται μερακλήδικα λαϊκά  

και να πέφτουνε σωτήριες ζεϊμπεκιές, και να ‘ναι άσυλο απαραβίαστο για τους κατατρεγμένους, 
ενώ η Γενική Γραμματεία Φαντασίας θα μεταδίδει συνεχώς –σε εθνικό δίκτυο-  
δελτία διεξόδων για τους απελπισμένους. 
 
Και να ‘ναι υπερ-υπουργείο(όχι κανένα παρακατιανό) , 

να ‘ναι υφιστάμενοί του βουλευτές και υπουργοί. ...  
Είναι κάτι ευτυχίες στα αδυσώπητα όνειρά μας, για μας τους αμετανόητους δογματικούς της παραδοσιακής καρδιάς...

Λάζαρος Ανδρέου, από το περιοδικό «η λέξη», τεύχος 48, Οκτώβρης 1985, δρχ.150(!)



Και με αφορμή το παραπάνω λόγια, ας απολαύσουμε την… καρδιά της φύσης στο φυσικό και ζωικό περιβάλλον! Ακόμα και στη "θάλασσα" του διαστήματος πάλλεται καρδιά! Τυχαίο; Δε νομίζω!




















































Αχ, "ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας"...