Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Τα καπέλα και το …καπέλωμα!



                                                 Νικόλαος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο (1923-26)

Μικρή δεν ήθελα με τίποτα να φοράω καπέλα. Γονείς, θείοι, παππουδογιαγιάδες προσπαθούσαν πότε με επιχειρήματα, πότε με απειλές και φοβέρες να μου στηρίξουν στο κεφάλι το απαραίτητο για το καλοκαίρι καπέλο. Πάσχιζαν οι άνθρωποι -επί ματαίω- να αποτρέψουν από τη μια την εμφάνιση νέων πανάδων(φακίδες τις λέμε στην Κρήτη) στα μάγουλα και στη μύτη και από την άλλη το πιο έντονο κοκκίνισμα των ήδη κόκκινων μαλλιών. Κι ερχόταν το πολυπόθητο καλοκαίρι με την αρμύρα της αγαπημένης Θάλασσας και τους αιώνιους καυγάδες για το καπέλο! Δεν ήθελα να μου σκεπάζουν τα μάτια και να μου κρύβουν τα αφτιά. Αυτό ήταν το μόνιμο επιχείρημά μου, και με μια απότομη κίνηση το πέταγα. Η δε ατάκα του λύκου "παίρνω το καπέλο μου και σε σας κυνηγώ", στην τρίτη φάση του παιχνιδιού "λύκε, λύκε είσαι ‘δω;" με άφηνε πάντα με την απορία γιατί ο λύκος έπρεπε ντε και καλά να φορά καπέλο…

                                                              Ρενουάρ, Κορίτσι με το ψάθινο καπέλο

Στην εφηβεία η "παραξενιά" των παιδικών μου χρόνων μεταμορφώθηκε σε έντονο πείσμα και κόντρα, οπότε μόνο με τουρμπάνια έθνικ εμφανιζόμουν, για να τους προκαλώ. Τα χρόνια εκείνα, το αίρνω το καπέλο μου και φεύγω" -η σταθερή ατάκα του πιο αχώνευτου καθηγητή-, από τη μια μας χαροποιούσε γιατί είχαμε καταφέρει να τον κάνουμε να φύγει τσατισμένος από την τάξη, από την άλλη όμως μάς άγχωνε, για το πόσες μέρες θα παίρναμε αποβολή. Ούτε "Τα ψάθινα καπέλα" της Λυμπεράκη με έπεισαν να φορέσω καπέλο. Μιλάμε για τέτοιο πείσμα...

Μεγάλη δεν φορούσα καπέλα από συνήθεια, και μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισα να φορώ, προς μεγάααααλη ανακούφιση των γονιών μου, που ...επιτέλους "έβαλα μυαλό!" Στη Θάλασσα υποχρεωτικά πλέον, αλλιώς οι πανάδες εμφανίζονται μέχρι τα αφτιά αλλά και καθημερινά έχω λανσάρει το γνωστό παναμέζικο καπέλο, στο οποίο αλλάζω χρωματιστές κορδέλες και το οποίο, απ’ ότι διάβασα, έχει μακρά ιστορία!

Κάποτε, τα καπέλα συνόδευαν το ντύσιμο όλες τις εποχές του χρόνου και όλες τις ώρες της μέρας, από τους πρωινούς περιπάτους ως τις βραδινές εξόδους. Άλλοτε το φορούσαν για καθαρά πρακτικούς λόγους και άλλοτε για διακοσμητικούς.
   
Edouard Manet, Jeune fille en chapeau d'été
Η λέξη καπέλο είναι ιταλική: cappello, από το λατινικό cappa = κάλυμμα κεφαλής.
Το καπέλο (πίλος<πίλημα=τσόχα, πατημένο μαλλί) ήταν εκ των ων ουκ άνευ μέχρι τον προηγούμενο αιώνα. Από απλό κάλυμμα εξελίχθηκε σε σύμβολο αρχής και εξουσίας. Οι βασιλιάδες είχαν δικαίωμα να το φορούν παντού. Οι λοιποί "απεκαλύπτοντο" προ του βασιλέως, ως δείγμα σεβασμού. Από εκεί η έκφραση "του
βγάζω το καπέλο", που σημαίνει τον αναγνωρίζω. Πλέον δημιουργήθηκε και η έκφραση "βάζω καπέλο" εννοώντας βάζω κάτι πρόσθετο, επιπλέον, στην τιμή. Έτσι, βάζουμε πλέον καπέλο στο αρνάκι του Πάσχα, στη γαλοπούλα των Χριστουγέννων και στη βενζίνη πάντα!  Επίσης πολλές φορές λέμε "άλλο καπέλο" εννοώντας είναι υπόθεση άλλου προσώπου, άλλος είναι υπεύθυνος. Βέβαια, την ίδια έκφραση χρησιμοποιούμε εννοώντας "δεν είναι της παρούσης το θέμα"

Γιάν Βερμέερ,"Το κορίτσι με το κόκκινο καπέλο"

Μ’ έπιασε, λοιπόν, η προκοπή να ψάξω και να μάθω  την ιστορία των καπέλων, τώρα που έχω χρόνο, και ιδού το αποτέλεσμα της έρευνας: 
Καπέλα κλος, καπέλα με μεγάλο γείσο, τουρμπάνι, μπερές, καπέλα με βέλο, πλεκτός σκούφος, καπέλα pillbox, καπέλα… καπέλα… καπέλα, ζαλίστηκα!


 

Η ιστορία του καπέλου, λοιπόν, ξεκινά την 4η χιλιετία π.Χ. Το πρώτο καπέλο απεικονίζεται σε ταφική τοιχογραφία στη Θήβα και είναι σαν ένα ψάθινο κωνικό καπέλο, που περισσότερο θυμίζει στέμμα.

Οι άνθρωποι που ζούσαν στα παράλια της Μεσογείου σκέπαζαν το κεφάλι με ένα κώνο από κομμάτια δέρματος κολλημένα μεταξύ τους με ούρα ζώων. Στη αρχαία Ελλάδα, Αίγυπτο και Μεσοποταμία, βλέπουμε καπέλα, αλλά μόνο στους άνδρες, ενώ στις γυναίκες έχουμε μόνο υφάσματα, που καλύπτουν το κεφάλι, όπως κουκούλες και πέπλα, όπως επίσης και διακοσμητικά του κεφαλιού.

Περίπου το 800 μ.Χ., κατασκευάζεται το πρώτο πίλημα από μαλλί ή από το τρίχωμα άλλων ζώων, όπως κουνέλια, κάστορες για αδιάβροχα καπέλα. Το υλικό και η τεχνική είναι τα ίδια ακόμη και σήμερα στα χειροποίητα καπέλα.
Ο πρώτος καπελάς φαίνεται να υπήρξε γύρω στο 1529 κάπου στο Μιλάνο της Ιταλίας.

Γύρω στα τέλη του 17ου αιώνα, δημιουργείται το πρώτο ανδρικό ημίψηλο.
Από τότε και μετά η ανδρική μόδα στα καπέλα διαφοροποιείται και γίνεται πιο απλή σε σχέση με τα γυναικεία.
Από το 1800 έως το 1900 τα καπέλα άρχισαν να αποκτούν περισσότερο στυλ. Οι δημιουργοί καπέλων χρησιμοποιούσαν διάφορα υλικά για να τα φτιάξουν, όπως χαρτί, γρασίδι, τρίχες από ουρά αλόγου και χαρτόνι, ενώ το τούλι και το βελούδο άρχισαν να έχουν την τιμητική τους.

 

 



 

Κοντά στο 1900 τα καπέλα αρχίζουν να γίνονται υπερπαραγωγές! Τα γυναικεία καπέλα αποκτούν κορδέλες, δαντέλες, φτερά, λουλούδια, πούπουλα και ότι άλλο μπορεί κανείς να βάλει με το νου του, σαν διακοσμητικά στοιχεία. 

 

 Οι δεκαετίες του ’20 και του ’30 αποτελούν ωδή στο ένδοξο και αριστοκρατικό αυτό αξεσουάρ.


Μεταξύ του Α' και Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπου οι γυναίκες αρχίζουν να κονταίνουν τα φορέματα και να κόβουν τα μαλλιά τους κοντά, το καπέλο αρχίζει να παίρνει ένα σχήμα πιο κοντά στο γυναικείο κεφάλι, αφού δεν υπήρχαν πλέον οι ογκώδεις κότσοι, που να στηρίξουν τα μεγάλα καπέλα. Ως και πριν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το καπέλο ήταν απαραίτητο αξεσουάρ, για να είναι κάποιος κοινωνικά αποδεκτός.



O Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βάζει τη μόδα σε δεύτερη μοίρα. Οι πρώτες ύλες γίνονται δυσεύρετες, αφού χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τον εξοπλισμό πολέμου. Η ανέχεια δεν αφήνει περιθώρια σε οτιδήποτε. Για μερικά ψίχουλα ματαιοδοξίας, οι γυναίκες φορούν καπέλα που μοιάζουν με τουρµπάνια από ξεφτισµένα κουρέλια που βρίσκουν σπίτι τους. Τα ψάθινα καπέλα, στολίζονται με απλές κορδέλες η και με φρέσκα φρούτα και λουλούδια.










Η πιο κολακευτική δεκαετία θεωρείται αυτή που συνοδεύεται από πιο μικρά, με γεωμετρικά σχήματα καπέλα που τονίζουν την κομψότητα και το εκπλητικό style της εποχής, το New Look του Christian Dior.









 

 


Η μόδα κρατάει ως το τέλος της δεκαετίας του 1960, οπότε αρχίζουν οι διάφορες κομμώσεις (περίτεχνοι κότσοι, περούκες, ποστίς) και έτσι τα καπελάδικα κλείνουν και ανοίγουν... κομμωτήρια!









 

Η μόδα στα καπέλα έχει λίγο από όλες τις περασμένες δεκαετίες, με κύριο χαρακτηριστικό το καπέλο ...κουβαδάκι.

 

Το 1970 τα καπέλα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από τη γυναικεία εμφάνιση. Η συγκεκριμένη δεκαετία ίσως είναι η μόνη που έχει ταυτιστεί τόσο πολύ με τις μεγάλες καπελίνες με στρογγυλό, κυματιστό γείσο.











 




















Στα 1980-1990 η πριγκίπισσα Νταιάνα επαναφέρει τη μόδα του καπέλου και οι γυναίκες αρχίζουν να ξαναφοράνε καπέλα αλλά και πάλι όχι τόσο συχνά, όσο παλαιότερα.

Από το 1990 και μετά τα καπέλα αποκτούν πιο σπορ εμφάνιση στην καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, και μόνο σε επίσημες εκδηλώσεις της υψηλότερης κοινωνίας βλέπουμε πιο κλασάτα καπέλα. Οι διάσημοι επιλέγουν καπέλα στην καθημερινότητά τους αλλά και σε events, όπως στο κόκκινο χαλί. Στο εξωτερικό τα καπέλα φοριούνται πάρα πολύ. Στην Ελλάδα δεν τα προτιμάει μεγάλη γκάμα ανθρώπων. Οι περισσότεροι προτιμάνε τα σκουφάκια και τα σπορ καπέλα. Απλά πράγματα, δηλαδή.


Μεγάλη είναι η ποικιλία όχι μόνο των υλικών αλλά και των σχεδίων τους, η ονομασία των οποίων έχει δοθεί είτε από τον τόπο όπου κατασκευάστηκαν είτε από άτομα που τα πρωτοφόρεσαν.

Ορισμένα από τα πιο γνωστά είδη καπέλων είναι:
* Παναμάς: Είναι σχεδόν πάντα λευκό, ανάλαφρο και ευκολοφόρετο, από μαλακό χόρτο του Ισημερινού. Ονομάστηκε "Παναμάς" γιατί το φορούσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρούζβελτ σε ένα ταξίδι του στον Παναμά το 1906.

* Ρεπούμπλικα: Μαλακό τσόχινο καπέλο με βαθουλώματα στην κορυφή και ομοιόμορφο γείσο. Στην αρχή του αιώνα άρχισε να φοριέται από τις γυναίκες σε εκδρομές, αλλά το έκανε κλασικό ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Αυτός επέβαλε και τη μόδα να φοριέται ελαφρά κατεβασμένο εμπρός, προς χάριν μυστηρίου. Το καπέλο των αστών (γι' αυτό και το όνομα "ρεπούμπλικα": δημοκρατία) στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Διαδεδομένο και απαραίτητο συμπλήρωμα του "καθώς πρέπει" μεσοαστού. 


* Μπερές: Στρογγυλό καπέλο χωρίς μπορ που φορέθηκε αρκετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και τη δεκαετία του 1960 με '70 (το τίμησε η Φέι Ντάναγουεϊ).
* Τραγιάσκα: Ρηχό φαρδύ καπέλο με γείσο, που φορέθηκε από εργάτες στο τέλος του περασμένου αιώνα. Η λέξη προέρχεται από το ρουμανικό θαυμαστικό επιφώνημα "Ζήτω", Traiasca Grecia (Ζήτω η Ελλάδα) που συνοδεύτηκε από το πέταγμα των καπέλων από ρουμάνους φοιτητές οι οποίοι ήρθαν στην Αθήνα για τουρισμό στα 1900. Οι Αθηναίοι πίστευαν ότι οι Ρουμάνοι ονόμαζαν έτσι το καπέλο τους.
* Κασκέτο: Ρηχό καπέλο με γείσο αγγλικής καταγωγής, που το φορούσαν όλοι οι άντρες ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη.
Και τώρα ξεχωριστή μνεία για το αγαπημένο μου καπέλο. Η ιστορία του παναμέζικου καπέλου, λοιπόν:
Τα Panama hats είναι το σήμα κατατεθέν στο κόσμο των καπέλων για την εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και σχεδίων. Η μέθοδος ύφανσης των καπέλων "Paja Toquila" ήταν γνωστή από την ισπανική κατάκτηση το 16ο αιώνα. Οι ντόπιοι από το Εκουαδόρ, ύφαιναν τα καπέλα με το άχυρο Paja Toquila, χρησιμοποιώντας τις ίνες από τα φύλλα φοινικόδεντρων.
Πολλά χρόνια αργότερα ξεκίνησε η εξαγωγή τους στον Παναμά όπου χρησιμοποιήθηκαν από τους εργάτες που δούλευαν στη κατασκευή του Καναλιού του Παναμά για την προστασία από τον ήλιο και για την ιδιαίτερη ανθεκτικότητα τους στο λύγισμα χωρίς να χάνουν το αρχικό τους σχήμα. Από εκείνη την στιγμή τα καπέλα έγιναν γνωστά σε όλο το κόσμο σαν Panama Hats.

Λέγεται ότι το καπέλο Παναμά ονομάστηκε έτσι, όταν ο πρόεδρος Ρούσβελτ έλαβε μέρος στα εγκαίνια της διώρυγας του Παναμά (1913) και δέχτηκε σαν δώρο ένα καπέλο από το Εκουαδόρ από φύλλα Τοκίγια και χωρίς να ξέρει την πραγματική του προέλευση, ευχαρίστησε για το δώρο, αναφέροντας το ως καπέλο από τον Παναμά.
Στην περίοδο από το 1800 μέχρι το 1900 αυξήθηκε κατά πολύ η ζήτηση για το καπέλο από φυτικές ίνες και η παρουσία του σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν όλο και πιο εμφανής, μιας και ήταν παρόν σε γεγονότα όπως ο πυρετός του χρυσού στην Καλιφόρνια και τη διεθνή έκθεση στο Παρίσι το 1900.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι το "καπέλο Παναμά" είναι φτιαγμένο στο Εκουαδόρ. Τα μυστικά για την δημιουργία αυτού του καπέλου περνούν από γενιά σε γενιά και ακόμα και σήμερα φτιάχνεται στο χέρι, κυρίως στην Κουένκα και το Μοντεκρίστι.


Οι παλαιότερες βιοτεχνίες στην Κουένκα και το Μοντεκρίστι εξακολουθούν να διατηρούν την παράδοση αν και οι παραλλαγές πλέον είναι δεκάδες, με τα σχέδια να ποικίλουν ανάλογα με το χρώμα του άχυρου, την πυκνότητα ύφανσης, την κορδέλα, το μέγεθος, το γείσο και τον τόπο παραγωγής: Το κλασικό Fedora, το Μοnte Carlo, τo «Κόλπος του Παναμά» (που προτιμάται από τους παίκτες γκολφ), το Μοntecristi και τόσα άλλα.
Τα χαρακτηριστικά, πάντως, ενός ποιοτικού παναμέζικου καπέλου (Panama hat) δεν έχουν αλλάξει από τότε. Πολύ σημαντική παραμένει η πυκνότητα της ύφανσης, το ελαφρύ του βάρος και η ικανότητά του να αφήνει το κεφάλι να αναπνέει. Σύμφωνα επίσης με τους ειδικούς, ένα αυθεντικό Panama hat είναι χειροποίητο, μπορεί να διπλωθεί για να μεταφερθεί σε βαλίτσα χωρίς να χάσει τη φόρμα του, ενώ αποδεικνύεται και πολύ αποτελεσματικό σε μια ξαφνική βροχή, αφού εμποδίζει το νερό να το διαπεράσει. 

Γενικώς, τα χειροποίητα Panama hat χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Το standard, το fino και το super fino, που έχει πίσω του περισσότερες από χίλιες ώρες εργασίας, περιέχει και μεταξωτές ίνες.

Τελικά το καπέλο πάντα θα υπάρχει ως αξεσουάρ μόδας και πάντα θα υπάρχει για χρηστικές και θρησκευτικές ανάγκες… Είναι το αξεσουάρ που, όπως λένε, καθορίζει το κοινωνικό status, το επάγγελμα, τη διάθεση και το χαρακτήρα. Νομίζω δεν θα σταματήσει να έχει το δικό του κοινό, ανεξαρτήτως μόδας, γιατί πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι με προσωπικό στυλ που θα το φορούν. Ωστόσο, νομίζω ότι στις μέρες μας όλο και επεκτείνεται η μόδα του "καπελώματος", αφού όλο και περισσότεροι είναι οι..."καπελωμένοι", που απλά υπομένουν χωρίς να αντιδρούν...


Vincent van Gogh, "Αυτοπροσωπογραφία"

Εντυπωσιάστηκα όταν, μεγάλη πια, βρήκα σε βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη  το ακόλουθο:

"…φοβόμουνα μήπως κάποια μέρα αυτή η ιστορία με καπελώσει. Μάταιος κόπος! Φαίνεται πως μερικοί γεννιούνται με τούτη την περίεργη διαστροφή στο κεφαλάκι τους. Τουλάχιστον με παρηγορεί το γεγονός, πως το καπέλο μου δε μου ‘κρυψε ποτέ τα μάτια και τ αφτιά μου."

Πολλοί και οι ζωγράφοι που ζωγράφισαν γυναίκες με καπέλα. Ενδεικτικά κάποια έργα τους.

 Renoir,  η νεα κοπέλα διαβάζει

Sargent,  "by the river"



Γεώργιος Ιακωβίδης, "Κορίτσι με καπέλο" 

 

Αμεντέο Μοντιλιάνι, "Γυναίκα με καπέλο"

   

Raimundo y Madrazo y Garreta "portrait of a lady in pink ribbons"

 

Emile Yernon "the fancy bonnet"

Pierre Auguste Renoir "blond in a straw hat"

 

 ...συνειρμικά και αυτό, του Τάσου Λειβαδίτη
Κράτησα για το τέλος έναν προβληματισμό μου: αυτό που μικρή απεχθανόμουν, τώρα -συνειδητά κάποιες φορές- επιθυμώ. Δηλαδή, να κρύβω μάτια και αφτιά (είτε με καπέλο είτε χωρίς αυτό), κρατώντας απ’ έξω την ασχήμια του κόσμου που πονά… Συμπέρασμα: Μεγάλωσα!;

ΥΓ: Κωνσταντίνε, έχω πρόβλημα με τη γραμματοσειρά και το χρώμα της. Δεν παίρνει αυτά που επιλέγω. Μπορείς να κάνεις κάτι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου