Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Σαν αγέλη...



Σαν αγέλη με σφιχτούς δεσμούς στο λυκαυγές, μοιάζει αυτή η συστάδα από μια χούφτα πεύκα. Από κάποια παραξενιά της τύχης, γλύτωσε από την πυρκαγιά που αποτέφρωσε το δάσος. Σφιχταγκαλιασμένη και μόνη, τώρα πια, μέσα στις στάχτες αγωνιά για τ’ αστέρια.
Για τον Ωρίωνα. Τον γίγαντα κυνηγό και ήρωα, που τυφλωμένος από έρωτα, αλλόφρονας πια,  αέναα κυνηγά ν’ αρπάξει τις Πλειάδες. Και πίσωθε του σαν ανυπεράσπιστο κουταβάκι η, τρομαχτικότατη όλων των σκύλων, Λαίλαπα. Καθισμένη στα πίσω πόδια, ξεχασμένη και  παραμελημένη από αυτόν, που κάποτε  της είχε βάλει για χάντρα στο περιλαίμιο της, το λαμπρότερο αστέρι τ’ ουρανού, τον Σείριο, ικετευτικά τον κοιτά απλώνοντας το χέρι της για να τον αγγίξει αποζητώντας με απόγνωση, ακόμα κι αυτή η τρομακτική Λαίλαπα, το αυτονόητο. Το αναφαίρετο δικαίωμα που έχει κάθε εφήμερο πλάσμα στην αμοιβαία τρυφερότητα. Και πάνωθε τους σαν αιγίδα αγάπης από διάφανη  χρυσόσκονη φωτός να τους  περικλείει ο, εύθραυστος  και στο παραμικρό παρείσακτο φως, χειμερινός γαλαξίας.     
Ύπουλα κι από χαμηλά απ' τον παραλιακό δρόμο, με το φριχτό κι απόκοσμο φως της πυρκαγιάς εισβάλουν τα φώτα στον κόσμο ετούτης της αγέλης. Απειλούν, κι ολοφάνερα το μπορούν, να σβήσουνε τ’ αστέρια

Σβήνουν τ’ αστέρια από το φώς;
Σβήνουν μαζί τους κι οι γραμμές που τα ενώνουν.
Σβήνουν οι γραμμές που  ενώνουμε τ’ αστέρια;
Ξεχνούν οι άνθρωποι. Ξεχνούν!

Μα σε τούτο το ακρωτήριο, σε τούτο το ύστατο κομματάκι της Αττικής Γης, το Σούνιο, εκτός από μερικές συστάδες πεύκων που  γλύτωσαν από τύχη, υπάρχουνε και πέτρες. Πέτρες  που ονειρεύονται κάτω από τα αστέρια. Χιλιάδες χρόνια τώρα. Έτσι! Μόνο και μόνο γιατί χέρια κάποιων εφήμερων και θνητών πλασμάτων σαν εμάς, που τότε είχαν ζήσει, με τ’ ακροδάχτυλά τους τις διάλεξαν και τις άγγιξαν!  Τις σμίλεψαν και τις έβαλαν τη μια επάνω στην άλλη. Ο Ναός του Ποσειδώνα. Τον έχτισαν άκρη – άκρη. Εκεί που τελειώνει το βασίλειο της Στεριάς κι εκτίνεται το βασίλειο της Θαλάσσης. Μια Θάλασσα που τις Νύχτες φαντάζει  μεγάλη σαν τον ουρανό με τ’ άστρα. Το Αιγαίο. Σιμά σ’ αυτές τις πέτρες, και επάνω σ' αυτήν την απέραντη υδάτινη επιφάνεια, για χιλιάδες χρόνια  αντανακλούσε το φως του καλοκαιρινού γαλαξία.  
Το ξέρω, κανείς δεν το πιστεύει ετούτο τώρα πια. Όμως εγώ, που από κάποια τυφλή εύνοια της τύχης, μου έμελε να γίνω νυχτόβιο στοιχειό του τόπου, σας λέω, ότι αυτό, μόλις λίγα χρόνια πριν, μόλις μια δυο πενταετίες πριν,  ήταν αλήθεια υλική και στέρεα. Σαν το άρωμα από το θυμαράκι τούτης της άνυδρης Γης, που ακόμα και τώρα, και σε πείσμα των καιρών, της φωτιάς και του παρείσακτου τεχνητού φωτός, αυτό από μόνο του, και δίχως την φροντίδα κανενός, εξακολουθεί να φύεται. Κι εσείς, άθελά σας μέσα στην Νύχτα, με το κεφάλι ψηλά θαυμάζοντας τα λιγοστά πια άστρα που απομείνανε, σαν αγέλη των πεύκων σε αποτεφρωμένο δάσος, δεν το είδατε,  το πατήσατε. Και εκείνο μέσα στην κρύα νύχτα του χειμώνα  μοσχοβόλησε...

Σημείωση
"Πέτρες που ονειρεύονται"   
Με αυτή την φράση ο Εουτζένιο Μπάρμα, ιδρυτής του θιάσου Όντιν, περιγράφει την εμπειρία του, όταν την άνοιξη του 1958 είχε με οτοστόπ  επισκεφτεί την Ελλάδα. Κατάκοπος, λοιπόν, ένα βράδυ και με τον υπνόσακο υπό μάλης, έψαχνε ένα μέρος για να κοιμηθεί. Αφού μέσα στο σκοτάδι διέσχισε ένα μέρος με χαμηλή βλάστηση, βρέθηκε σε κάτι που έμοιαζε με ξέφωτο, το οποίο, αν και περιποιημένο, ήταν απερίφραχτο. Ξεθεωμένος από την κούραση αμέσως έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ξύπνησε την αυγή από τα τιτιβίσματα των πουλιών. Αγουροξυπνημένος μέσα στο μισοσκόταδο βάλθηκε να εξετάζει το χώρο, και εμβρόντητος  είδε  πέτρες να ονειρεύονται!!!
Ήταν μια ερημιά κατοικημένη από ευμενείς δυνάμεις, ένας τόπος αρμονίας και ομορφιάς, ένας κόσμος από πέτρα, τεράστιος κι όμως οικείος. Το κάθε τι είχε γίνει στο μέτρο των ανθρώπων, σαν αυτοί να ζούσαν σ’ ένα πιο δίκαιο σύμπαν.
Εκείνα τα χρόνια το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου   δεν προστατεύονταν από κιγκλιδώματα  και χωρίς να το ξέρει είχε μπει για να κοιμηθεί. 
Μέχρι να του συμβεί  αυτό, δεν είχε την παραμικρή υποψία ότι στο άμεσο κιόλας  μέλλον θα ενδιαφερόταν για το θέατρο.  

Γιάννης Παπαδόπουλος

1 σχόλιο:

  1. Το υπέροχο κείμενο και η φωτογραφία που ανάρτησα, είναι του πολύτιμου φίλου και εξαιρετικού συνεργάτη Γιάννη.
    Φίλε μου, απλά...υποκλίνομαι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή