Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Μμμμ... μυρίζει καλοκαίρι!


 "Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade"



“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο.
Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.

Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.




Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.

Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.

Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.


Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.


 πίνακας Σταθόπουλου


Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.



Μέσα στη διαφάνεια, πιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.

Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.

Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.




Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.





Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”


Ο. Ελύτης, "Εν λευκώ", εκδ. Ίκαρος

Καλό καλοκαίρι, λοιπόν, με την εξαιρετική φωτογραφία του Μ. Κουλουρίδη!

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Η τέλεια γεωμετρία της φύσης!



Δε χρειάζεται να είσαι λάτρης των μαθηματ(γ)ικών για να τα βρεις ενδιαφέροντα, ούτε να ψάχνεις καθημερινά Φράκταλ για να αποδεικνύεις την υπέροχη συμμετρία της μάνας φύσης. Δείχνουν πολύ τέλεια για να είναι αληθινά, αλλά όντως υπάρχουν στη φύση και στα φυτά από πάντα και είναι παραδείγματα μαθηματικών και φυσικής!!!
 είδος αλόης: Aloe Polyphylla 

Amazon Lily Pad 
Amazon Lily Pad

 Crassula Buddha’s Temple Plant

 Drosophyllum Lusitanicum

 Flowers Like Jeweled Carpet

Ο Γαλιλαίος είχε πει: ¨"Το σύμπαν δεν μπορεί να διαβαστεί παρά μόνο αφού μαθευτεί η γλώσσα του και έχει γίνει εξοικείωση με τους χαρακτήρες με τους οποίους η γλώσσα του είναι γραμμένη. Η γλώσσα του είναι η μαθηματική γλώσσα, και τα γράμματα είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία συνεπώς είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κατανοηθεί έστω και μια λέξη".

 fractal ...λάχανο

 Hoya Aldrichii

 Ludwigia Sedioides

 Pelecyphora Aselliformis

 είδος μπρόκολου, Romanesco Broccoli

 Spiraling Succulent

 Viola Sacculus

 Viola Sacculus

Τον 4ο αιώνα  ο Πλάτων πίστευε πως η συμμετρία στη φύση ήταν απόδειξη των καθολικών μορφών και ο γνωστός κρυπτογράφος Alan Turing έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο προσπαθώντας να εξηγήσει πώς μπορούν να σχηματιστούν τέτοια σχέδια στη φύση.

 ηλίανθος

 καμέλια

 λοβηλία

 ντάλια

ουρά χαμαιλέοντα

παχύφυτο 

σκεπτόμενος κάκτος

Η αλήθεια είναι, πως έχοντας περισσότερο ελεύθερο χρόνο (λόγω σύνταξης) ασχολιέμαι καθημερινά με τα φυτά και τα λουλούδια μου και οι συμμετρίες που συνεχώς μου αποκαλύπτονται, με αφήνουν άφωνη!

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Η δίψα για καθαρό ουρανό!

 
 
Στίχοι: Νίκος Πορτοκάλογλου
Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Πορτοκάλογλου

Δεν είν' η Κίρκη,
η μάγισσα, του σεξ η θεά,
η Καλυψώ, η Ναυσικά
με του μπαμπά τα λεφτά.
Δεν είν' η θάλασσα, ο ήλιος,
τα χαμένα νησιά.
Δεν είναι τίποτα απ' όλα
κι είναι όλ' αυτά...

Είν' η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα που σε κρατά ζωντανό.
Είν' η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα για καθαρό ουρανό.

Δεν είν' οι φίλοι, τα ξενύχτια,
τσιγάρα, ποτά
οι μουσικές, οι μουσικές
γύρω απ' την ίδια φωτιά.
Παλιά σου όνειρα, ταξίδια
με καινούργια πανιά
Δεν είναι τίποτα απ' όλα
κι είναι όλ' αυτά...

Είν η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα που σε κρατά ζωντανό
Είν' η κρυφή σου,η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα για καθαρό ουρανό.

Παλιές σου νίκες και ήττες
και λάθη σωστά.
Η ξενιτιά, η ξενιτιά
του γυρισμού η χαρά
κι αυτός ο κάποιος που σου γνέφει
απ' το λιμάνι μακριά
Δεν είναι τίποτα απ' όλα
Κι είναι όλ' αυτά...

Είν η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα που σε κρατά ζωντανό
Είν' η κρυφή σου,η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα για καθαρό ουρανό.

Για ουρανό
που χρώματα αλλάζει
και σαν ποτάμι μοιάζει,
σαν νερό.
Σαν το νερό
που σκύβεις και το πίνεις
μα τη φωτιά δε σβήνεις,
δε σβήνεις τον καημό
για ουρανό...

Είν η κρυφή σου, η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα που σε κρατά ζωντανό
Είν' η κρυφή σου,η ατέλειωτη δίψα
είν' η δίψα για καθαρό ουρανό.
 
"Αγγίζοντας την αστρόσκονη", Χρήστος Κωτσιόπουλος
 
Αν δε φτιάξει ο καιρός, μου φαίνεται θα το τραγουδάμε όλο το φετινό καλοκαίρι κοιτάζοντας νοσταλγικά τα φυλαγμένα τηλεσκόπιά μας.  

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Σαν αγέλη...



Σαν αγέλη με σφιχτούς δεσμούς στο λυκαυγές, μοιάζει αυτή η συστάδα από μια χούφτα πεύκα. Από κάποια παραξενιά της τύχης, γλύτωσε από την πυρκαγιά που αποτέφρωσε το δάσος. Σφιχταγκαλιασμένη και μόνη, τώρα πια, μέσα στις στάχτες αγωνιά για τ’ αστέρια.
Για τον Ωρίωνα. Τον γίγαντα κυνηγό και ήρωα, που τυφλωμένος από έρωτα, αλλόφρονας πια,  αέναα κυνηγά ν’ αρπάξει τις Πλειάδες. Και πίσωθε του σαν ανυπεράσπιστο κουταβάκι η, τρομαχτικότατη όλων των σκύλων, Λαίλαπα. Καθισμένη στα πίσω πόδια, ξεχασμένη και  παραμελημένη από αυτόν, που κάποτε  της είχε βάλει για χάντρα στο περιλαίμιο της, το λαμπρότερο αστέρι τ’ ουρανού, τον Σείριο, ικετευτικά τον κοιτά απλώνοντας το χέρι της για να τον αγγίξει αποζητώντας με απόγνωση, ακόμα κι αυτή η τρομακτική Λαίλαπα, το αυτονόητο. Το αναφαίρετο δικαίωμα που έχει κάθε εφήμερο πλάσμα στην αμοιβαία τρυφερότητα. Και πάνωθε τους σαν αιγίδα αγάπης από διάφανη  χρυσόσκονη φωτός να τους  περικλείει ο, εύθραυστος  και στο παραμικρό παρείσακτο φως, χειμερινός γαλαξίας.     
Ύπουλα κι από χαμηλά απ' τον παραλιακό δρόμο, με το φριχτό κι απόκοσμο φως της πυρκαγιάς εισβάλουν τα φώτα στον κόσμο ετούτης της αγέλης. Απειλούν, κι ολοφάνερα το μπορούν, να σβήσουνε τ’ αστέρια

Σβήνουν τ’ αστέρια από το φώς;
Σβήνουν μαζί τους κι οι γραμμές που τα ενώνουν.
Σβήνουν οι γραμμές που  ενώνουμε τ’ αστέρια;
Ξεχνούν οι άνθρωποι. Ξεχνούν!

Μα σε τούτο το ακρωτήριο, σε τούτο το ύστατο κομματάκι της Αττικής Γης, το Σούνιο, εκτός από μερικές συστάδες πεύκων που  γλύτωσαν από τύχη, υπάρχουνε και πέτρες. Πέτρες  που ονειρεύονται κάτω από τα αστέρια. Χιλιάδες χρόνια τώρα. Έτσι! Μόνο και μόνο γιατί χέρια κάποιων εφήμερων και θνητών πλασμάτων σαν εμάς, που τότε είχαν ζήσει, με τ’ ακροδάχτυλά τους τις διάλεξαν και τις άγγιξαν!  Τις σμίλεψαν και τις έβαλαν τη μια επάνω στην άλλη. Ο Ναός του Ποσειδώνα. Τον έχτισαν άκρη – άκρη. Εκεί που τελειώνει το βασίλειο της Στεριάς κι εκτίνεται το βασίλειο της Θαλάσσης. Μια Θάλασσα που τις Νύχτες φαντάζει  μεγάλη σαν τον ουρανό με τ’ άστρα. Το Αιγαίο. Σιμά σ’ αυτές τις πέτρες, και επάνω σ' αυτήν την απέραντη υδάτινη επιφάνεια, για χιλιάδες χρόνια  αντανακλούσε το φως του καλοκαιρινού γαλαξία.  
Το ξέρω, κανείς δεν το πιστεύει ετούτο τώρα πια. Όμως εγώ, που από κάποια τυφλή εύνοια της τύχης, μου έμελε να γίνω νυχτόβιο στοιχειό του τόπου, σας λέω, ότι αυτό, μόλις λίγα χρόνια πριν, μόλις μια δυο πενταετίες πριν,  ήταν αλήθεια υλική και στέρεα. Σαν το άρωμα από το θυμαράκι τούτης της άνυδρης Γης, που ακόμα και τώρα, και σε πείσμα των καιρών, της φωτιάς και του παρείσακτου τεχνητού φωτός, αυτό από μόνο του, και δίχως την φροντίδα κανενός, εξακολουθεί να φύεται. Κι εσείς, άθελά σας μέσα στην Νύχτα, με το κεφάλι ψηλά θαυμάζοντας τα λιγοστά πια άστρα που απομείνανε, σαν αγέλη των πεύκων σε αποτεφρωμένο δάσος, δεν το είδατε,  το πατήσατε. Και εκείνο μέσα στην κρύα νύχτα του χειμώνα  μοσχοβόλησε...

Σημείωση
"Πέτρες που ονειρεύονται"   
Με αυτή την φράση ο Εουτζένιο Μπάρμα, ιδρυτής του θιάσου Όντιν, περιγράφει την εμπειρία του, όταν την άνοιξη του 1958 είχε με οτοστόπ  επισκεφτεί την Ελλάδα. Κατάκοπος, λοιπόν, ένα βράδυ και με τον υπνόσακο υπό μάλης, έψαχνε ένα μέρος για να κοιμηθεί. Αφού μέσα στο σκοτάδι διέσχισε ένα μέρος με χαμηλή βλάστηση, βρέθηκε σε κάτι που έμοιαζε με ξέφωτο, το οποίο, αν και περιποιημένο, ήταν απερίφραχτο. Ξεθεωμένος από την κούραση αμέσως έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ξύπνησε την αυγή από τα τιτιβίσματα των πουλιών. Αγουροξυπνημένος μέσα στο μισοσκόταδο βάλθηκε να εξετάζει το χώρο, και εμβρόντητος  είδε  πέτρες να ονειρεύονται!!!
Ήταν μια ερημιά κατοικημένη από ευμενείς δυνάμεις, ένας τόπος αρμονίας και ομορφιάς, ένας κόσμος από πέτρα, τεράστιος κι όμως οικείος. Το κάθε τι είχε γίνει στο μέτρο των ανθρώπων, σαν αυτοί να ζούσαν σ’ ένα πιο δίκαιο σύμπαν.
Εκείνα τα χρόνια το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου   δεν προστατεύονταν από κιγκλιδώματα  και χωρίς να το ξέρει είχε μπει για να κοιμηθεί. 
Μέχρι να του συμβεί  αυτό, δεν είχε την παραμικρή υποψία ότι στο άμεσο κιόλας  μέλλον θα ενδιαφερόταν για το θέατρο.  

Γιάννης Παπαδόπουλος